ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

 

(Το κείμενο είναι απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα της συγγραφέα Σταματίας Καραγεωργίου Πάπιστα που αναφέρεται στην ιστορία της Βορείου Ηπείρου. Με δραματοποιημένο αφηγητή έναν λοχαγό τον Ανδρέα Μαρτίνη ,που ίσως μόνο το όνομά του να είναι πλαστό, περιγράφει στο απόσπασμα μερικές πτυχές από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στο μέτωπο καθώς επίσης παρουσιάζονται και οι στοχάσμοί του.)

 

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τό χιόνι διαδέχτηκε τή ραγδαία παγωμένη βροχή καί πέφτει πυκνό.[…] Ή μονάδα είχε τήν ευκαιρία νά ξεκουραστεί γιά λίγο, πρίν συνεχίσει τήν προέλασή της πρός τό Τεπελένι. Ή διαταγή μετακίνησης ήρθε πάνω πού οί άνδρες μου είχαν άρχίσει νά διαμαρτύρονται, ότι άντί νά πετάξουμε τούς Ιταλούς στή θάλασσα, τό ρίξαμε στόν τουρισμό. Τήν περασμένη Κυριακή είχαμε τήν εύκαιρία νά συμμετάσχουμε στή Θεία Λειτουργία. Ή εκκλησία ήταν γεμάτη άπ’ τό χακί. Ψάλλαμε όλοι μα­ζί, μέ τήν καρδιά μας, σά νά ’ταν ή τελευταία μας φο­ρά. Θά περνούσε καιρός μέχρι νά ξανακούσουμε τόν γλυκό ήχο τής καμπάνας. ’Άν είμαστε άπ’ τούς τυχε­ρούς…

Πόσα άλλαξαν μέσα σ’ αυτές τίς λίγες μέρες… Καί δέν έννοώ μόνο τά σύνορα. Πόσο άλλάξαμε εμείς οί ϊδιοι… Σέ μιά στιγμή άνάπαυλας έστρεψα άργά τό κεφάλι καί παρατήρησα τούς άντρες μου κλεφτά. Κοντούληδες, ξερακιανοί, μικροκαμωμένοι καί μαυρι­δεροί, μέ τούς καπνούς τής μάχης νά τούς έχουν μαυ­ρίσει άκόμα πιό πολύ τά βαθουλωμένα χαρακτηριστι­κά. Πρίν ένα μήνα ήταν ειρηνικοί βιοπαλαιστές πού κοίταζαν μονάχα τή δουλειά τους. Εργάτες, μανάβη­δες, υπάλληλοι, ένας δάσκαλος, ένας ταξιτζής… Όλοι τους δοσμένοι στόν άγώνα τής επιβίωσης. Ό Ισίδω­ρος ό δάσκαλος είχε βρει ευκαιρία κι έλεγε ιστορίες γιά τούς άρχαίους «Ελληνες καί γιά τούς ήμίθεους τής έλληνικής μυθολογίας. Οί άλλοι είχαν γουρλώσει τά μάτια κι άκουγαν συνεπαρμένοι. Όσο τόν άκουγα κι έγώ, μιά σκέψη ήρθε καί καρφώθηκε στό μυαλό μου. Τί κοινό μπορεϊ νά έχουν μέ τόν Ηρακλή, τόν Ίάσω- να ή τόν Μεγαλέξανδρο αύτοί εδώ; Δέν έμοιαζαν μέ ρωμαλέα άρχαΐα άγάλματα. Δέν ήταν φτιαγμένοι άπό πάστα ήρωα ετούτοι. Κι όμως, κατάφεραν νά γίνουν ό φόβος καί ό τρόμος τοΰ έχθροΰ. Ενός έχθροΰ, πού ώς τώρα, περιδιάβαινε άτρόμητος τίς δυό άκρες τής Με­σογείου χωρίς κανείς νά μπορέσει νά άναχαιτίσει ή νά του κλέψει, έστω, μιά νίκη. Ποιός είχε λόγια νά ε­ξηγήσει πώς συνέβη αύτό, ό άήττητος νά ύποχωρεΐ τρέμοντας μπροστά στά σαμιαμίδια… ’Έφτανε ν’ άκούσουν ένα «ΑΕΡΑ» οί Ιταλοί, γιά νά πετάξουν τά όπλα τους καί νά τό βάλουνε στά πόδια. Κι όμως, ή­ταν όλοι φιλήσυχοι οικογενειάρχες, κανένας δέν αγά­πησε τό πόλεμο. Μπορεϊ ή όψη τους ν’ άγρίευε λίγο απ’ τά άξύριστα γένια, μά, αν τούς έβλεπες έτσι, μέ τίς λάσπες κολλημένες πάνω τους, χαμένους μέσα στίς φαρδιές τους χλαίνες πού κρεμόντουσαν άτσαλα καί τούς άκουγες νά διακωμωδούν τόν καιρό, τήν πεί­να μας, τόν θάνατο, δύσκολα θά έδινες σημασία σ’ αυ­τούς τούς «παλιάτσους». Όμως, αύτοί οί «παλιάτσοι» τρομοκράτησαν τόν Γολιάθ, ανάγκασαν τόν Μουσο- λίνι νά απολύει στρατηγούς. Μετά τόν Πράσκα, ό Μπαντόλιο, υστέρα ό Ντέ Βέκκι… Πώς νά τό φαντα­στούν όλοι αυτοί οί φουσκωμένοι διάνοι ότι ή καριέρα τους θά έκλεινε τόσο άδοξα άπό έναν δάσκαλο, έ­ναν έπιπλοποιό καί ένα μάτσο έργάτες, πού έδειχναν αστείοι όσο κι ασήμαντοι. Αύτοί είναι οί άντρες μου… Τόσο άλλιώτικοι άπό στόφα ήρωα…

Προχθές παλεύαμε πάλι σ’ ένα βραχώδες άντέρει- σμα έξω άπ’ τούς Βουλιαράτες. Παρατήρησα κάποιες ύποπτες κινήσεις καί σκέφτηκα νά στείλω μία ομάδα γιά άναγνώριση, νά συρθεί ως τήν κορφή καί νά έπο- πτεύσει. Όταν ζήτησα δυό εθελοντές, πάλι πετάχτηκε ό Βασίλης. ’Έκανα ότι δέν τόν είδα καί διάλεξα δυό άλλους. Δέν ξέρω τί γίνεται άλλου, άλλά στόν δικό μου λόχο, όταν ζητώ εθελοντές, όλοι όρμοΰν μπρο­στά. Μέ τόν Βασίλη όμως, θύμωσα. Κάποια στιγμή τόν έπιασα παράμερα:

-Δέ βοηθάς, τοΰ είπα μέ θυμό. Προσπαθώ νά σ’ άφήσω έξω άπό έπικίνδυνες άποστολές. Μή βγαίνεις ε­θελοντής, έχεις γυναίκα, έχεις παιδιά, κρατήσου λίγο!

-Καί ποιός άπ’ όλους μας δέν έχει κάποιον, κυρ-λο- χαγέ; Ποιός είναι αυτός πού δέν τόν γέννησε μία μάνα, δέ θά τόν κλάψει μία άδελφή; Μοϋ ’πε άφοπλιστικά καρφώνοντας τό βλέμμα μέσ’ τά μάτια μου. Μιά σφαίρα είναι γιά τόν καθένα μας. Μιά μόνο. Καί γράφει τ’ όνο­μά μας. ’Άν είναι νά ’ρθει νά μας βρει, μάς βρίσκει καί στόν ΰπνο. Γι’ αύτό μή σκιάζεσαι. Άν, έτσι γράφει, θά μέ βρει. Τουλάχιστον, νά ’ναι γιά τήν Ελλάδα.

Δέν ξέρω τί έχει πει στούς ύπόλοιπους, άλλά αύτό έγινε πιά τό σύνθημα τοΰ λόχου. Μιά σφαίρα σοϋ άναλογεϊ. Καί θά ’ρθει νά σέ βρει όποτε θέλει. Άς εί­ναι γιά τήν Ελλάδα.

Αυτά είναι τά παιδιά τοΰ λόχου μου. Πλασμένοι όλοι άπό χώμα καί νερό, χυμένοι σ’ ένα παράδοξο καί πρόχειρο καλούπι. Αλλά μέ τήν άνάσα τοΰ Θεοϋ βα­θιά χαραγμένη στήν ψυχή τους… Κι ϊσως αύτή είναι ή διαφορά τους άπ’ τούς ήρωες. Ψάχνουνε πάντα αύτή τή Θεία Πνοή, γιά νά άντλήσουν άπό κεΐ ετούτη τήν τιτάνια δύναμή τους. Γιατί τό ξέρουνε καλά, ότι είναι μονάχα χώμα καί νερό…

Αφήσαμε τό κατάλευκο Αργυρόκαστρο καί συνε­χίζουμε πρός τίς προκεχωρημένες γραμμές, γιά ν’ άν- τικαταστήσουμε τίς μονάδες πού μάχονται στό μέτω­πο καί είναι εξαντλημένες.[…] Τό πατημένο μονοπάτι είναι ένας βοΰρκος άπό πλαδαρό μισολιωμένο χιόνι, πάγο καί λάσπη. Βουτάς ως τό γόνατο, τ’ άρβυλα κολ­λάνε στόν βοΰρκο καί χρειάζεται άγώνας γιά νά τά ξε­κολλήσεις καί νά κρατήσεις έναν στοιχειώδη βηματι­σμό. Κι αύτό κάνει τήν πορεία δύσκολη. Καθώς βγαί­νουμε άπ’ τήν πόλη καί περνάμε δίπλα άπ’ τίς καμένες άποθήκες, άντικρίζουμε άπό κοντά τά σπασμένα νύ­χια τοΰ Γολιάθ. Κατεστραμμένα άρματα μάχης, σκε­λετοί άπό καμένα αυτοκίνητα[…]. Λίγο πιό κάτω, στά δεξιά μας, συναντάμε τό μαυρισμένο κου­φάρι ενός καμένου έχθρικοΰ άεροπλάνου. Οί άντρες μου ζητωκραυγάζουν καί στέκονται αύθόρμητα άφήνοντας γιά λίγο χάμω τόν βαρύ εξοπλισμό καί τά εφό­δια πού κουβαλάνε. Ελευθερώνουν τά χέρια τους γιά νά χειροκροτήσουν σφυρίζοντας. Τούς άφήνω. Αύτά τά σιδερένια πουλιά υπήρξαν ή πρώτη καί μεγαλύτε­ρη άπειλή σέ κάθε τους βήμα. Τώρα, κάποιο άπ’ αύτά κείτεται μπροστά τους ταπεινωμένο. Νέμεσις…

[…]Στις άκρες του δρόμου, άδιάψευ- στοι μάρτυρες, τά θλιβερά άπομεινάρια μιας άτακτης όσο κι επαίσχυντης φυγής. […]. Στίς παρυφές κι άλλα κραυγαλέα σημάδια κάποιας βιαστικής κι άπρόσμενης ύποχώρη- σης, μισοθαμμένα στό χιόνι. Κιβώτια ολόκληρα άπό εφόδια, κάσσες βαμμένες πράσινες, ξεκοιλιασμένες, μέ τίς σφαίρες χυμένες χάμω.[…]. Κάπου-κάπου, στίς άκρες των γκρε­μών κάποια μυδραλιοβόλα ολοζώντανα, μέ τίς ταινίες φυσιγγίων άκόμα περασμένες, στημένα κι έτοιμα γιά βολή. Όλα αύτά προορίζονταν νά χρησιμοποιηθούν εναντίον μας.[…]

Μέσα σ’ αύτό τό θλιβερό τοπίο, οί άνδρες μου προχωράνε μέ τέτοιο κέφι, πού είναι σάν νά πηγαί­νουμε σέ εκδρομή. Στόν δρόμο δέ σταματούν νά πειράζονται μεταξύ τους.

-Πού πάμε, παιδιά; Ξεφωνίζει ό Κυριάκος πού βα­δίζει μπροστά.

-Στό μέτωπο! Απαντάνε τρεΐς-τέσσερις μαζί σάν

χορωδία.

-Ξέρει κανείς πού είναι οί προκεχωρημένες γραμ­μές; Επιμένει ό Κυριάκος.

-Ποιός νά ξέρει, ρέ Κυριάκο! Αλλάζουν θέση κά­θε τρία τέταρτα, έτσι πού τρέχουν οί Ιταλοί! Πετάγε­ται ό Βασίλης κι οί ύπόλοιποι σκάνε στά γέλια.

-Γι’ αύτό, άντε, προχωράτε γρήγορα! Όσο καθυ­στερείτε, τόσο πιό πολλά χιλιόμετρα θά χρειαστεί νά περπατήσουμε γιά νά τούς φτάσουμε! Σιγοντάρει ό Ά- ρίστος πού δέ χάνει εύκαιρία.

-Κάθε λεπτό πού περνά, οί προκεχωρημένες γραμμές γίνονται προκεχωρημενότερες! Συμπληρώνει μ’ ευστροφία ό Ισίδωρος ό δάσκαλος. Αύτό έμπνέει πολλούς ν’ άσχοληθούν μέ τόν γλωσσοδέτη καί κά­νουν άστεϊες γκριμάτσες προσπαθώντας νά τόν έπανα- λάβουν. Τούς άκούνε οί φαντάροι πού επιστρέφουν καί γελάνε κι αύτοί.

-Σέ πόση ώρα φτάνουμε στό μέτωπο, συνάδελφοι; Ρωτά ό Άναστάσης κάποιους άπ’ αύτούς, χωρίς νά χάσει τή φανερά περιπαιχτική του διάθεση.

-Τί νά σού πώ, συνάδελφε, τοΰ άπαντοΰν στόν ί­διο τόνο. Όταν ξεκινήσαμε εμείς, ήταν στά τέσσερα χιλιόμετρα. Άλλά έτσι όπως τρέχουν οί φρατέλοι, τώ­ρα πού μιλάμε, μπορεΐ νά ’χει φτάσει στά δεκάξι!

-Άιντε, Ντοΰτσε! Ακούω πίσω μου μέσα σέ φω­νές καί γέλια καί γυρνώ ξαφνιασμένος.

Ό Φανούρης έχει άναλάβει τό μουλάρι πού μάς παραχώρησαν γιά νά μεταφέρει κάποια άπό τά εφόδιά μας. Τά υπόλοιπα τά κουβαλάμε στούς ώμους. Δέν ύπάρχουν πολλά διαθέσιμα άπ’ αύτά τά ζώα πού ύπήρξαν όλες τίς μέρες τού πολέμου πιστοί μας σύντροφοι. Τό δύσμοιρο τό ζωντανό, στραβοπατά μέσα στή λά­σπη, κάνει νά ξεφύγει άπό τό μονοπάτι τοΰ βούρκου καί πάει πρός τίς άκρες, στό άφράτο χιόνι, άντικρίζει τόν γκρεμό πρός τό ποτάμι καί στέκεται φοβισμένο. Ό Φανούρης επιμένει νά τό τραβά γιά νά μπει στή γραμμή καί νά συνεχίσει τήν πορεία.

-«Ισα, Ντοΰτσε, νυχτώσαμε! Φωνάζει πάλι τρα­βώντας τό ζώο.

-Τό μουλάρι λές «Ντοΰτσε», Φανούρη; Τόν ρώτη­σα ξαφνιασμένος.

-Μάλιστα, κυρ-λοχαγέ! Άπαντά μέ κέφι καί συνε­χίζει μέ κινήσεις πού θυμίζουν παντομίμα. Βλέπεις, είναι κι αύτό ντελικάτο, σάν τόν Μουσολίνι. Δέν κα­ταδέχεται νά χώσει τό ποδάρι του στίς λάσπες! Οΰτε περπατά μέ χιόνια καί βροχές, μόνο μέ τή λιακάδα! Ά­σε πού έχουνε καί τό ίδιο πείσμα. Κι αύτό «μουλα­ρώνει», πού λέμε, μετά συγχωρήσεως!

[…]Είχε νυχτώσει όταν φτάσαμε σέ κάποιο ά­γνωστο ΰψωμα Ήμασταν μουσκεμένοι ως τό κόκαλο κι ή χλαίνη βάραινε ίσα μέ εκατό κιλά. Τά άρβυλα ήταν μούσκεμα κι αύτά καί τά πόδια μας πρησμένα καί ξεπαγιασμένα, πονοΰσαν άπ’ τό δύσκολο βάδισμα στή λάσπη. Τά μέ­λη μας ήταν σάν νά είχαν ξεβιδωθεί. Δέν προλάβαμε νά συνέλθουμε καλά-καλά κι ήρθε έμπιστευτική πλη­ροφορία δτι ό εχθρός έτοίμαζε άντεπίθεση γιά νά μάς πάρει πίσω τοΰτο τό κομμάτι γής, άπ’ όπου οί συνάδελ­φοι πού άντικαταστήσαμε, μόλις είχαν καταφέρει νά τόν διώξουν. Μάζεψα τά παιδιά τριγύρω γιά νά όργανωθοΰμε.[…]

Στίς δυό τή νύχτα άκούστηκε ή πρώτη κανονιά. Αμέσως τό πυροβολικό μας άρχισε ν’ άνταποδίδει βάλλοντας μέ μανία. ’Ήμασταν έτοιμοι ν’ άποκρού- σουμε τήν έπίθεση. Μάς βρήκε τό ξημέρωμα ν’ άν- ταλλάσσουμε πυρά. Όταν βγάλαμε τίς λόγχες, κόν­τευε ήδη μεσημέρι. Εννιά ώρες κράτησε ή μάχη. Πά­λεψαν λυσσασμένα νά μάς πάρουνε τόν τόπο. Άλλά δέν τούς άφήσαμε, ή άπόκρουση γινόταν σώμα μέ σώ­μα. Ώσπου κουράστηκαν καί φύγανε τρέχοντας, κατά τό συνήθιο τους. Όταν ήσύχασαν τά πράγματα καί διαλύθηκαν οί καπνοί, άκουσα κάτι σάν πνιχτό άναφιλητό. Είδα πίσω άπό έναν θάμνο ένα ζευγάρι μάτια νά γυαλίζουνε στήν καταχνιά. Σήκωσα τ’ όπλο μου νά σημαδέψω καί φώναξα:

-Τίς εΐ;

‘Ένα ζευγάρι χέρια άρχισε νά υψώνεται δειλά πά­νω άπ’ τόν θάμνο τόν φορτωμένο χιόνι κι άκουσα μία τρεμάμενη φωνή νά μέ έκλιπαρεΐ:

-Νο, Greco ,no!

Ό πρώτος μας αιχμάλωτος σ’ αύτή τήν εσχατιά, ήταν ένας φοβισμένος Ιταλός μέ μία φατσοΰλα σχε­δόν παιδική. Τόν άφόπλισα καί κατέβασα τό όπλο μου, πού φαινόταν νά τόν φοβίζει.[…]. Όταν τόν οδήγησα στό κατάλυμά μας, είδα ότι ό πρώτος μας αιχμάλωτος δέν ήταν καί ό μοναδικός. Ό Κυριάκος ερχόταν άπό άπέναντι έχοντας βάλει στή γραμμή τέσ­σερις άπ’ αύτούς, τρεις οπλίτες κι έναν άξιωματικό. Όταν πλησίασε, διαπίστωσα ότι δέν κρατούσε τό του­φέκι του.

-Πού είναι τό όπλο σου, Κυριάκο; Ρώτησα άπο­ρη μένος.

-Ή «Σουλτάνα»; Έδώ! Είπε καί μοΰ ’δειξε τήν ά- ραβίδα του άκουμπισμένη σ’ έναν βράχο, πλάι στόν Άναστάση.

-Καλά, πώς τούς έπιασες αύτούς; Χωρίς όπλο; Ρώτησα πάλι έκπληκτος.

-Ούτε σουγιά δέν έχω πάνω μου, κυρ-λοχαγέ! Α­πάντησε μέ άρκετή δόση περηφάνιας.

Τό βλέμμα μου πρέπει νά διέγραφε πολύ γλαφυρά τήν κατάπληξή μου, γιατί ό Κυριάκος συνέχισε πρίν προλάβω νά τόν ρωτήσω.

-Έγώ, κυρ-λοχαγέ, άφησε τή «Σουλτάνα» μου καί πήγαινα στά θάμνα γιά… Τέλος πάντων, γιατί πάει κα­νείς στά θάμνα χωρίς τό τουφέκι του. Αύτοί, μόλις μέ είδαν, πετάχτηκαν μπροστά μου μέ τά χέρια ψηλά. «Ίσα, ρέ» τούς φώναξα άπό μακριά κι εκείνοι πετάξανε άμέσως τά τουφέκια καί μπήκαν στή γραμμή. Τί νά έκανα, νά τούς άφηνα; ’Έ, τούς έφερα ως έδώ!

’Αν καί οί διηγήσεις τοΰ Κυριάκου είναι πάντα ά- φοπλιστικές μέσ’ στήν απλότητά τους, αύτή ή ιστορία έμοιαζε τελείως άπίστευτη. “Αν δέν είχα τό άποτέλε- σμα μπροστά στά μάτια μου, θά νόμιζα ότι τήν επι­νόησε. «Εστριψα κάπως άπότομα κι ό αιχμάλωτός μου πετάχτηκε άπό τήν τρομάρα του.

-Calma, calma , τοΰ είπα γιά νά τόν ήρεμήσω.

Μέχρι εκείνη τήν ώρα άγωνιζόμουν νά κρύψω τήν άπέχθεια καί τήν περιφρόνηση πού ένιωθα γι’ αύτόν τόν άνομολόγητο φόβο, πού τούς έκανε νά μοιάζουν μέ λαγούς κι όχι μέ στρατιώτες. Δέν μποροΰσα οϋτε νά κατανοήσω, ούτε ν’ άποδεχτώ τήν χωρίς άναστολές εύκολία παράδοσης. Όταν ζήτησα άπό τόν ’Αρίστο νά τούς ρωτήσει, δέν ήξερα τί περίμενα ν’ άκούσω. Ωστόσο, οί άπαντήσεις πού πήρα δέν ήταν μόνο διαφωτιστικές, ήταν ταυτόχρονα πέρα γιά πέρα άποκαλυπτικές.

-mi chiamo Nicolo, Alventi. Io non volevo venire in Grecia cosi.Pero…,11 άρχισε διατακτικά ό δικός μου.

-Ποιά Γκρέτσια; Ρέ, Α,ρίστο, τί λέει αύτός; Πετά­χτηκε ό Κυριάκος άγριεμένος. Ξέρεις, καημένε μου, πόσο δρόμο έχεις μόνο γιά νά δεις άπό μακριά τή Γκρέτσια, πού θά μάς πεις ότι τήν πάτησες κιόλας;

-Scuzi, non siamo gia in Grecia? 12 Ίσα πού μπόρε­σε νά ψελλίσει τρομαγμένος.

-Πές του, ’Αρίστο, ότι καλά κάνει καί σκούζει ά­πό μόνος του, νά μήν τόν άναγκάσω έγώ νά σκούξει! Ξεφώνησε ό Κυριάκος μέ άγανάκτηση. Ρέ σύ, ξέρεις πόσο μακριά άπό δώ είναι τά σύνορα; Συνέχισε νά ξε­φωνίζει κι ήταν έτοιμος νά τόν άρπάξει άπ’ τόν λαιμό, άν δέν έπενέβαινα γιά νά τόν συγκρατήσω.

Ό Ιταλός κοιτοΰσε γύρω σάν χαμένος γιά ώρα πολλή, όταν τού εξηγήσαμε ότι είμαστε εξήντα χιλιό­μετρα μακριά άπό τά σύνορα μέσα στήν άλβανική έπικράτεια. «Εσκυψε τό κεφάλι καί τό κούνησε δεξιά άριστερά.

-Αvevamo I’ imersione che trovaviamo in terra greca…Nessumo mai n’ aveva deto che siamo ancora in Albania…,είπε στό τέλος βραχνά κι έμοιαζε αύτό μέ απολογία.

-Νόμιζε δτι πολεμούσαν σέ ελληνικό έδαφος, με­τέφρασε ό Άρίστος. Κανείς δέν τούς είπε δτι βρί­σκονται άκόμα στήν Αλβανία…, συνέχισε μέ σκυμμέ­νο κεφάλι πρίν γυρίσει νά μέ κοιτάξει θλιμμένα, σάν νά μετέφερε τήν άπολογία γιά δικό του λογαριασμό.

Τόν λυπήθηκε. Όπως τόν λυπήθηκα κι έγώ. Κι αύτόν καί τούς άλλους αιχμαλώτους. Κι δσο ό δικός μου συνέχιζε νά μιλά, τούς λυπόμουν όλο καί περισ­σότερο γιά τήν άνομολόγητη πλάνη πού είχαν βιώσει… Γιατί νά πολεμήσουνε, γιά ποιόν; Γιά τόν Ντοϋτσε; Δέν έδειξαν νά τοΰ έχουν μεγάλη εκτίμηση. Ό­μως, ή μάχη γι’ αύτούς ήταν μονόδρομος. Πίσω τούς περίμεναν οί Μελανοχίτωνες. Ό Μουσολίνι, άφοΰ έ­στειλε διαγγέλματα εκλιπαρώντας τους νά μήν έγκαταλείπουν τίς θέσεις τους, έδωσε εντολή στούς έπίλεκτούς του νά χτυποΰν στό ψαχνό όποιον ύποχωροΰσε. «Ετσι, ή καλύτερη λύση γι’ αύτούς ήταν ή αιχμαλω­σία…

Δέν μποροΰσα νά πιστέψω αύτά πού άκουγα. Ποιά διαστροφική μανία οδηγεί έναν.Ήγέτη νά καταφύγει σέ τέτοιες πρακτικές; Όσο γιά τούς φοβισμένους κι ά πογοητευμένους αιχμαλώτους μας… Μόλις άρχισα νά τούς κατανοώ κάπως. Καί ταυτόχρονα, σταμάτησα νά τούς περιφρονώ. «Απλωσα τό χέρι καί τούς έδωσα τό παγούρι μέ τό κονιάκ κι άς τό ’χαμε λειψό. Άς πιοΰν λίγο, νά ζεσταθοΰνε τουλάχιστον. Θύματα ήταν…

 

(ΠΗΓΗ .Σταματία Καραγεωργίου Πάπιστα, ιστορικό μυθιστόρημα<<Οξύλινος Σταυρος>>,εκδόσεις <<Ορθόδοξος Κυψέλη>> 2015)

 

Στρατοκόπος

 

 

shares