ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ήλθε φαίνεται και η σειρά του «Κρυφού Σχολειού»! Να το απομυθοποιήσωμε και αυτό. Γιατί, όπως είναι γνωστό, στα «Κρυφά Σχολειά», δηλ. στα κοινά σχολειά της Τουρκοκρατίας, γραμματοδιδάσκαλοι γίνονταν πάντοτε ρασοφόροι και μάλιστα ταπεινοί μοναχοί που κράτησαν την εθνική συνείδηση και διέδιδαν την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά Γράμματα. Σε κάποιο πρόχειρο συνήθως χώρο, στα κελλιά ενός μοναστηριού, μέσα σε ένα ξωκκλήσι ή εκκλησιά. Παράλληλα προς τα μεγάλα επίσημα σχολεία που κι αυτά η Ορθόδοξη Εκκλησία ίδρυσε και διατήρησε, εκεί όπου οι συνθήκες δεν ήταν πρόσφορες, στις ορεινές π.χ. και απομακρυσμένες περιοχές, που ήταν τα δημοτικά σχολειά της εποχής εκείνης. Άλλωστε στους περιβόλους των μοναστηριών, όπου άκμασε η βυζαντινή τέχνη, συντηρήθηκε η πνευματική παράδοση του Έθνους και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, υπήρχαν εσωτερικά σχολειά για τις ανάγκες των ίδιων των κοινοβίων. Σε πρόσφατη επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα κοινόβιά του, διαπίστωσα ότι είχε οργανωθή φροντιστήριο ελληνικών γραμμάτων, για να μπορούν οι μοναχοί (και οι νέοι και οι γεροντότεροι) να παρακολουθούνε το περιεχόμενο των βυζαντινών ύμνων που ακούνε στο ναό. Να, λοιπόν, ένα σύγχρονο «Κρυφό Σχολειό», όχι φανερό, όχι επίσημο, αλλά δημιουργημένο από συγκεκριμένη ανάγκη.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας τα μοναστήρια δεν ήταν μόνο θρησκευτικά και πνευματικά κέντρα, αλλά και φιλανθρωπικά ταμεία, εστίες νοσοκομειακής περιθάλψεως όποιου προσέφευγε σ’ αυτά κ.λ.π. Οι μοναχοί ήταν περίφημοι «βοτανολόγοι». Το «Γεωπονικόν» του Αγαπίου Λάνδου θαυμάζεται και από τους σύγχρονούς μας επιστήμονες. Ήταν δηλαδή τα μοναστήρια καταφύγια του Ελληνισμού στην περίοδο της σκλαβιάς. Μέσα στους ναούς τους μάθαιναν οι ραγιάδες γράμματα, κοντά σε κάποιο μοναχό έβαζαν τα παιδιά τους να διδαχθούν το αλφαβητάρι.

 

«Οι διδάσκαλοι ήταν κατά κανόνα καλόγηροι…»

Θα αναφέρουμε και άλλο παράδειγμα. Σε τουρκοπατημένη σήμερα ελληνική περιοχή (για ευνόητους λόγους δεν σημειώνομε ποια είναι), μετά το κλείσιμο του ελληνικού σχολείου, που λειτουργούσε εκεί, από τον κατακτητή, ο παπάς συγκεντρώνει τα Ελληνόπουλα στην εκκλησιά και τους διδάσκει την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Ακόμη και ο Φάνης Μιχαλόπουλος, που από θαυμασμό στους διαφωτιστές, υποτιμάει την προσφορά αυτή της Εκκλησίας, την αναγνωρίζει έμμεσα:

«Αλλά προτού φθάσουν τα Γιάννενα στο επίφθονον αυτό πνευματικό σημείο, ιδίως κατά τους χρόνους του Αθανασίου Ψαλλίδα και του Βηλαρά, η παιδεία στην ηπειρωτική πρωτεύουσα πέρασε από κρίσιμες φάσεις. Όπως κι αλλαχού, έτσι και στα Γιάννενα η παιδεία ήταν κτήμα μερικών καλογήρων, που παρέδιδαν βασιζόμενοι στο καταθλιπτικότερο σύστημα. Η κατώτερη εκπαίδευση ή τα κολλυβογράμματα είχαν ως βάση θεολογικά τινα βιβλία – το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο. Οι διδάσκαλοι ήταν κατά κανόνα καλόγηροι» (Τα Γιάννενα κι η Νεοελληνική Αναγέννηση (1648-1820), Αθήνα 1930, σελ. 25).

Όπως και άλλοτε έχω παρατηρήσει (βλ. το βιβλίο μου «Βυζάντιο και Εκκλησία», έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1978), οι ίδιοι οι ορθόδοξοι ναοί τι άλλο ήταν παρά «Κρυφά Σχολειά», αφού εκεί εκτός από την ελληνική γλώσσα, οι υπόδουλοι διδάσκονταν έμμεσα και την ελληνική ιστορία ακούγοντας τα πολυπληθή κοντάκια, απολυτίκια κ.λ.π. που συνδέονται μ’ αυτήν: «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…», τα ειρηνικά, την «εκτενή» κ.λ.π. Η Ορθοδοξία κράτησε το Γένος στα δύσκολα χρόνια της δουλείας και το κράτησε με τους ολιγογράμματους παπάδες και τα «κρυφά» σχολειά της.

Ο «Δούρειος Ίππος» για την κάθαρση

Έπρεπε, λοιπόν, να αμφισβητηθή η ύπαρξή τους. Και δυστυχώς αυτό έγινε από τις σελίδες της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», που εκδίδει η «Εκδοτική Αθηνών», έργου κατά τα άλλα σοβαρού, με αποτέλεσμα να περάση και στα σχολικά εγχειρίδια. Έτσι η όλη υπόθεση έφθασε στη δημοσιότητα. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιμήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τμημάτων Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφημερίδα της 21.5.1978, έδωσε αμέσως εντολή, από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθή η φράση: «Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα», από τη σελ. 173 της «Ιστορίας» της Γ’ Λυκείου. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να αποκατασταθή και η αλήθεια για το «Κρυφό Σχολειό». Η ίδια η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» πρέπει να πάρη υπ’ όψη της σε μια προσεχή επανέκδοσή της αυτό που γράφει ο Γεν. Γραμματεύς της Ακαδημίας Αθηνών, που φέρεται και ως μέλος του Εποπτικού της Συμβουλίου. Γράφει, λοιπόν, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος στο βιβλίο του «Το Εικοσιένα και ο Σύγχρονος Ελληνισμός» (Αθήναι 1972, σελ. 57):

«Το 1821 απετέλεσε την απαρχήν της καθάρσεως των Ελλήνων από την δευτέραν ιστορικήν των τραγωδίαν, η οποία διήρκεσε τετρακόσια χρόνια. Ο Δούρειος Ίππος δια την κάθαρσιν αυτήν ήτο η Ορθοδοξία, οι Κοινότητες, το Κρυφό Σχολειό και ο εμπορικός στόλος των υποδούλων Ελλήνων».

Αλλά και ο ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Καθηγητής Απ. Ε. Βακαλόπουλος, μέλος κι αυτός του Εποπτικού Συμβουλίου της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», τα ίδια δέχεται όταν γράφη:

«Μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και των κοινοτήτων συντηρούνται μικρές σπίθες από την παιδεία των Ελλήνων… Η στάθμη της παιδείας πέφτει απότομα με την πτώση της Κωνσταντινούπολης… Φαίνεται όμως ότι στην Κωνσταντινούπολη και σε ορισμένους άλλους τόπους λειτουργούν «κοινά σχολεία» με λίγους μαθητές, των οποίων οι δάσκαλοι πληρώνονται από τους σχετικά εύπορους γονείς. Στα «κοινά σχολεία» διδάσκονταν ανάγνωση αριθμητική και στοιχεία γραμματικής. Υπήρχαν όμως και μερικοί γονείς που έδιναν μόνοι τους στα παιδιά τους τις απαραίτητες στοιχειώδεις γνώσεις». (Η Πορεία του Γένους, Αθήνα 1966, σσ. 76-77).

Είναι σαφές ότι ο ιστορικός αναφέρεται σε ανεπίσημα σχολεία. Ο ίδιος θεωρεί το έτος 1593, στον 16ο δηλ. αιώνα, οπότε τοποθετείται το «Κρυφό Σχολειό», «ορόσημο» για την ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας. Και το ορόσημο αυτό οφείλεται στην Εκκλησία. Ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει σχετικά στην «Ιστορία» του «του Ελληνικού Έθνους»:

«Κατά τον πρώτον αιώνα της δουλείας οι πεπαιδευμένοι Έλληνες εις όλον το Έθνος ανήρχοντο εις 230. Την έλλειψιν της μορφώσεως του Έθνους ησθάνθησαν πάντες αλλά περισσότερον όλων το Πατριαρχείον. Ένεκα  τούτου ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο μεγαλοπρεπής (ο Τρανός) το έτος 1593 συνεκάλεσεν  Ιεράν Σύνοδον εις το μετόχιον του Παναγίου Τάφου και έλαβεν την εξής απόφασιν: «Έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην των δυναμένων ποιείν, ώστε δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσιν διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσιν».

Αμφισβητήσεις χωρίς τεκμήρια

Τα περί «μύθου» για το «Κρυφό Σχολειό» τα υποστήριξε στον Ι’ τόμο της νεώτερης «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» (1974), ο Καθηγητής σήμερα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Άλκης Αγγέλου. Ο μελετητής αυτός, που είναι και μέλος του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, αρνείται με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», χωρίς όμως να πείθη με τα γραφόμενά του αλλά κάνοντας διάφορες υποθέσεις, που δεν τεκμηριώνει. Ο Αγγέλου συγκεντρώνει όσες αρνητικές θέσεις έχουν κατά καιρούς γραφή, αλλά δεν αναφέρει τις υπόλοιπες, όπως επιβάλλεται για ένα έργο όχι «προσωπικό», αλλά «συλλογικό», καθώς είναι η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», μιλώντας περί «ευφαντάστων καλοπροαιρέτων ιστορικών της εθνικής σκοπιμότητος» οι οποίοι κατά την άποψη του παρασύρθηκαν «από την χιονοστιβάδα του μύθου».

Ας δούμε, λοιπόν, στη συνέχεια τι αναφέρουν πάνω στο θέμα πολύ σοβαρές ιστορικές πηγές και έγκυροι συγγραφείς. Ο Αναστάσιος Ν. Γούδας, «διδάκτωρ της ιατρικής, ιππότης του τάγματος του αγίου Στανισλάου, μέλος διαφόρων επιστημονικών και φιλανθρωπικών εταιριών», στον β’ τόμο του περίφημου έργου του «Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», όπου πραγματεύεται περί «Παιδείας» (εν Αθήναις 1870, σελ. κε’ κ.εξ.) γράφει:

«Σμικρόν κατά σμικρόν η διδασκαλία μετεφέρθη από των σκητών και των σπηλαίων εις τους νάρθηκας των εκκλησιών, ένθα και σήμερον έτι διδάσκουσιν εν τισι των υπό την Τουρκία ελληνικών χωρών. Τα δημόσια σχολεία τότε ήσαν παντελώς κατηργημένα• μόνον εν τοις Πατριαρχείοις της Κωνσταντινουπόλεως και εν αποκέντρω τινί πόλει διετηρήθησαν, ως λέγεται, ατελείς τινες σχολαί• ανώτερα δε εκπαιδευτήρια δεν εδύναντο να συστηθώσι, λέγει ο Γιακωβάκης Ρίζος Νερουλός «ειμή υπό τον τίτλον επανορθωτικά καταστήματα MAISON DE CORRECTION». Ούτω δε μόλις εδυνήθησαν οι άνδρες εκείνοι να διατηρήσωσιν εν τη Ανατολή άσβεστον τον λύχνον της παιδείας… «Παναγιώτης δε ο Νικούσης και ο διάδοχος αυτού Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, λέγει Γιακωβάκης Ρίζος ο Νερουλός, κατώρθουν να λαμβάνωσιν άδειαν συστάσεως σχολείων εις διαφόρους πόλεις της τε Ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας και απεστόμουν τους κατά τόπους διοικητάς Τούρκους οτέ μεν δια δώρων, οτέ δε δια της ισχύος των παρά τοις υπουργοίς του Σουλτάνου». Αλλά σχολεία διατηρούμενα μόλις δια δωροδοκίας και δια της εμπνεύσεως φόβου, δεν ήτο δυνατόν να παρέξωσιν εις το έθνος και μεγάλους άνδρας• άπορον μάλιστα είναι πως εμορφώθησαν και τινες, ικανοί να διδάσκωσι τα καλά γραμματικά, και να διατηρώσιν ούτως άσβεστον τουλάχιστον την λυχνίαν της παιδείας».

«Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος…»

Για διώξεις μιλάει και ο ιστορικός της Επαναστάσεως του Εικοσιένα Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος αναφέροντας το «Κρυφό Σχολειό»:

«Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και δια τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσι τόσων αμέσων αναγκών που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη». (Η Ελληνική Επανάστασις, βραβείον Ακαδημίας Αθηνών, ε’ έκδοση, τόμ α’, «Μέλισσα» 1967, σελ. 21).

Ο Αγγέλου παρακάμπτει τελείως τις διώξεις και ούτε λίγο ούτε πολύ παρατηρεί: «Αν το Κρυφό Σχολειό είχε γίνει για κάποια περίοδο πραγματικότητα σε περιορισμένη έστω έκταση, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος η σχετική μαρτυρία ή μαρτυρίες να μείνουν σκόπιμα στην αφάνεια. Θα έπρεπε, αντίθετα ένα τέτοιο τεκμήριο ζωτικότητος της φυλής και της εθνικής συνειδήσεως σύμφωνα με την ερμηνεία που θα του δώσουν κατά κανόνα οι μεταγενέστεροι, να εξαρθή με κάθε τρόπο. Αφού, λοιπόν, η απλή λογική μας οδηγεί να αποκλείσουμε παρόμοιο ενδεχόμενο, εκείνο που απομένει να δεχθούμε είναι ότι πιθανόν να βρισκόμαστε σε μια εξαιρετική – μοναδική ίσως – συμπτωματική εξαφάνιση κάθε σχετικής γραπτής μαρτυρίας. Την έσχατη όμως αυτή υπόθεση έρχεται να αναιρέση μια άλλη αδιαφιλονίκητη λογική παρατήρηση: Για ποιο λόγο ο Τούρκος να ενοχληθή από την ύπαρξη των σχολείων; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήση από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορισμένη έκταση που μπορούσε να έχη την εποχή εκείνη η καλλιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της  καλλιεργείας της γης. Άλλωστε τα γράμματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το  οποίο δεν ασχολείτο συστηματικά ο δυνάστης ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο».

«Απόκρυφον έργον συνετελείτο…»

Ασφαλώς ένας δυνάστης, σαν κι αυτόν θα ήταν τέλεια ιδανικός, όμως οι μαρτυρίες κάθε άλλο παρά αθώο τον εμφανίζουν. Από τη μια μεριά έδινε προνόμια κι από την άλλη, όπου μπορούσε, προέβαινε σε εξισλαμισμούς του πληθυσμού. Πως θα άφηνε στην περίπτωση  αυτή να λειτουργήσουν ομαλά τα σχολεία; Ο γνωστός ιστοριοδίφης Τάσος Γριτσόπουλος γράφει πάνω  σ’ αυτό:

«Πρέπει αναμφισβητήτως να τονισθή ότι παρά το δοθέν προνόμιον και παρά τας πολιτικάς αρετάς του Πορθητού, θηριώδης παρέμεινε και αμετάβλητος  η ασιατική φυσιογνωμία αυτού του ιδίου και των διαδόχων του. Παρά το ανενόχλητον του Πατριάρχου ο Πατριάρχης ουχί σπανίως κατεβιβάσθη από τον θρόνον και ωδηγηθή εις τον θάνατον παρά δε τας χορηγηθείσας θρησκευτικάς ελευθερίας υπήρχον δεσμεύσεις και επί των απλουστέρων ζητημάτων, αύται δε συνήθως ήροντο δια της καταβολής χρημάτων. Γεμάτη από αντιφάσεις εξεδηλώνετο η τουρκική πολιτική έναντι των χριστιανών, πάντοτε όμως ρυθμιστής των σχέσεων ήτο η σκοπιμότης και χρυσούς κανών η εξαγορά, ποτέ η αρετή και το δίκαιον».

Ο ίδιος μελετητής έχει ασχοληθή ιδιαίτερα με την παιδεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και έχει αφιερώσει στο «Κρυφό Σχολειό» μελέτημα που είδε το φως  το 1962 στον δ’ τόμο του επιστημονικού φιλολογικού περιοδικού «Παρνασσός». Ο Γριτσόπουλος κατέγινε και με την ιστορία της Μεγάλης του Γένους Πατριαρχικής Σχολής, που την ίδρυσή της τοποθετεί αμέσως μετά την Άλωση:

«Βεβαίως, γράφει, δεν γνωρίζομεν πότε ακριβώς η Μ. Εκκλησία γενικώς και επισήμως επέβαλε εαυτήν ως την κατ’ εξοχήν επόπτριαν της  διακανονιστικής κινήσεως διότι δεν έχομεν σαφή μαρτυρίαν αυθεντικήν. Αλλ’ είναι δυνατόν να υποθέσωμεν ότι επί του Γενναδίου και ζώντος του Πορθητού συνετελέσθη το μέγα γεγονός εις την Κωνσταντινούπολιν τουλάχιστον. Εις τας επαρχίας ωργανώθη μεν υπό την αιγίδα της Εκκλησίας η Παιδεία, τούτο όμως έγινε πολύ αργότερα, όταν οι καιροί ήσαν περισσότερον πρόσφοροι. Πάντως οφείλομεν να δεχθώμεν ότι απόκρυφον έργον συνετελείτο από της πρώτης στιγμής της συμφοράς εις τα μοναστήρια, όπου πρέπει να τοποθετήσωμεν τα θρυλικά Κρυφά Σχολειά» (Πατριαρχική Μεγάλη του  Γένους Σχολή, τόμ. α’, Αθήναι 1966, σσ. 70-71).

 

Κρυπτοχριστιανοί – Κρυφά Σχολειά

Η ύπαρξη επισήμων σχολείων, εξ άλλου, δεν αποκλείει τα κρυφά. Όπως και η διατήρηση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δεν αποκλείει την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών, εξισλαμισθέντων δηλ. χριστιανών, που λάτρευαν στα κρυφά τον αληθινό Θεό. Ο ίδιος δυνάστης, που ενώ αναγνώριζε το Πατριαρχείο, κυνηγούσε την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία με πραγματική μανία, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, όπως θα δούμε παρακάτω, έκλεινε τα ελληνικά σχολεία. Για τις  ανάγκες των κρυπτοχριστιανών η Εκκλησία χρησιμοποιούσε και κρυφούς παπάδες. Ο Νίκος Ε. Μηλιώρης, που ασχολήθηκε συστηματικά με το αδιαμφισβήτητο  τούτο γεγονός προσκομίζοντας σπουδαίες μαρτυρίες στο βιβλίο του «Οι Κρυπτοχριστιανοί» (Εκδόσεις Ενώσεως Σμυρναίων, Αθήναι 1962, σς. 47-48) γράφει:

«Κρυφοί παπάδες ήσαν ακόμη δερβίσηδες – ιεραπόστολοι μυστικοί – ου περιοδεύανε στα κέντρα των κρυπτοχριστιανών και τελούσαν τα χριστιανικά μυστήρια. Ήσαν απεσταλμένοι κάποιων μοναστηριών. Ειδική και επιμελημένη ήταν η επιλογή και η προετοιμασία από τα μεγάλα μοναστήρια ου Πόντου των περιοδευόντων αυτών μυστικών ιεραποστόλων και μακροχρόνια και γεμάτη από απρόοπτους και θανάσιμους συχνά κινδύνους η αποστολή τους. Διαλέγανε όσους από τους καλογέρους παρουσιάζανε τα περισσότερα για τον προορισμό, που θα αναλαμβάνανε προσόντα. Τους διδάσκανε τα τούρκικα, τους μυούσαν στους τύπους της μουσουλμανικής λατρείας και στις θρησκευτικές τελετές της κι ύστερα τους ντύνανε ντερβίσηδες και τους εξαποστέλνανε στον Πόντο. Μπαίνανε στα χωριά των Κρυπτοχριστιανών σαν κήρυκες του Μωάμεθ. Τη νύκτα λειτουργούσανε (σ.σ. τα ελληνικά) μέσα σε κατακόμβες και κρύπτες. Μήνες ολόκληρους οδοιπορούσανε και χρόνια ολόκληρα πολλές φορές, ταλαιπωρούμενοι και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο σε κάθε τους βήμα. Πολλοί υποκύπτανε στις κακουχίες· άλλοι αναγνωρίζονταν και τότε τελειώνανε με μαρτυρικό  θάνατο. μερικοί είχανε την καλή τύχη να γυρίσουν πίσω στο μοναστήρι τους· αλλά και πάλιν αφού κάνανε εκεί την αναφορά τους, σύντομα  ξαναφεύγανε σε καινούρια αποστολή. Σε τέτοια μοναστήρια του Πόντου κρατούσαν και κρυπτογραφικούς κώδικες· καταγράφανε σ’ αυτούς συνθηματικά την κίνηση ων κρυπτοχριστιανών της δικαιοδοσίας ή της περιοχής των.

Οι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» σε κανένα  τεκμήριο δεν βασίζονται παρά μόνο σε εικασίες. «Ένας αιώνας και πλέον μετά την Άλωση λένε, είναι το διάστημα που καλύπτεται λίγο πολύ από τους υπέρμαχους της μυθολογίας του Κρυφού Σχολειού. Το χρονικό όμως αυτό διάστημα μπορεί να δικαιολογήση με τον αργό  ρυθμό που έχει η ζωή εκείνη την εποχή και με την επιβράδυνση την οποία προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση το γενικό μούδιασμα που έχει καταλάβει όλες τις δυνάμεις του έθνους». Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση  με όσα οι ίδιοι γράφουν για την ουδέτερη πολιτική του Τούρκου δυνάστη απέναντι στα σχολεία. Και σχολεία δεν δημιουργήθηκαν μόνο μετά τον 16ο αιώνα αλλά αμέσως μετά την Άλωση ιδρύθηκε η Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή. Αντίθετα αν υπήρξε μούδιασμα αυτό θα ήταν αποτέλεσμα των τουρκικών πιέσεων.  Το ακριβές, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι ότι ο κατακτητής επίσημα έδωσε προνόμια και ανεπίσημα επιδίωκε τον αφελληνισμό των υποδούλων, όπως έκανε με τη στρατολογία γενιτσάρων. «Το ελληνικό έθνος, γράφει ο Βλαχογιάννης, πλήρωσε με εκατομμύρια ζωντανές ψυχές τη δίψα του μουσουλμανικού φανατισμού» (Πρωία 5 Ιουνίου 1932).

 

Δύο αξιόλογες μαρτυρίες

Βέβαια πρόκειται για λογοτεχνική ανάπλαση, όμως ο Περάνθης στη συνέχεια προσάγει και δυο αξιόλογες μαρτυρίες για την κατάσταση της παιδείας στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας:

«Ο προτεστάντης ιεροκήρυκας Γκέρλαχ είδε στα 1572 τον γέρο Μαλαξό να δίνει μαθήματα στο σπίτι του. Ήταν σ’ ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο, όπου σε μια γωνιά κρέμονταν λίγα παστωμένα ψάρια ξερά· απ’ αυτά έπαιρνε και μαγείρευε, να ψευτοζήσει. Μόλις τα παιδιά έπαυαν να ψελλίζουν, έγραφε ο Αλέξανδρος Ελλάδιος, στα 1714, τάστελναν στην κοντινότερη εκκλησιά, να μάθουν όσα σχετίζονταν με την πίστη τους… Τα Κρυφά Σχολειά συνεχίζονται εκεί που οι τοπικοί πασάδες  και μπέηδες μάχονται τους καλόγερους και τα γράμματα».

 

«Κρυφά Σχολειά» σ’ όλη την Ελλάδα

«Κρυφά Σχολειά» δεν λειτουργούσαν μόνο στην Ήπειρο, αλλά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στην περίφημη μονή Προυσσού στη Ρούμελη, διασώζεται ένα μικρό κτίριο, που το ονομάζουν «Κρυφό Σχολειό» και λέγουν ότι δίδαξε σ’ αυτό ο εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός. Πλουσιώτατη είναι η παράδοση για το «Κρυφό Σχολειό στο Μοριά, στη Δημητσάνα, στη μονή Φιλοσόφου κ.α.

«Το σχολείο της Μονής Φιλοσόφου, γράφει ο Γυμνασιάρχης Β. Χαραλαμπόπουλος, γνώρισε μεγάλη ακμή  στα χρόνια της σκλαβιάς όταν πια έκλεισαν τα άλλα σχολεία και το πνευματικό σκοτάδι σκέπασε τη χώρα μας. Τότε όσοι διψούσαν για μάθηση έτρεχαν στα μοναστήρια και σε απόμερες περιοχές στα λεγόμενα «Κρυφά Σχολειά», όπου καλόγεροι και παπάδες μάθαιναν τα παιδιά γράμματα.  Το παλαιό μοναστήρι του Φιλοσόφου βρίσκεται  μέσα στην σπηλιά του βράχου και λέγεται από τον λαό «Κρυφό Σχολειό», γιατί εκεί λειτούργησε  το παλαιό σχολείο στα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς. Βρίσκεται όμως σε μέρος εξαιρετικά απότομο και δυσκολοπέραστο και οι συνθήκες της ζωής σ’ αυτό  ήταν πολύ δύσκολες» (περ. «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 81, σελ. 113).

Γλωσσικές – αρχαιολογικές μαρτυρίες

Ενδιαφέρουσες γλωσσικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες συγκεντρώνει για το «Κρυφό Σχολειό» ο Αθανάσιος Φ. Παπαγιάννης:

«Τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό», γράφει υπάρχουν εκτός από τη μονή Φιλοσόφου, και στην Άνω Μονή Δίβρης (στην Ηλεία), στη Μονή Αγίων Αναργύρων (Λακωνίας), στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (Κορινθίας) κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι ότι το ‘’Κρυφό Σχολειό’’ ‘’ήταν διαμέρισμα αθέατον, αποκεκομμένον από τον ναόν, προσιτόν με κινητήν κλίμακα μακρυά από τα μάτια του κατακτητού’’ ή ‘’θολωτό κρυφό διαμέρισμα πάνω από τον νάρθηκα της Μονής, όπως στη Μονή Φενεού’’. Στη Μονή Κηπιανών (Μαντινείας) ήταν σε θολωτό διαμέρισμα της καμάρας (Στοάς)» (Μαντινειακά Μοναστήρια, σελ. 378).

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στην Κύπρο τους παπάδες, όπως με πληροφορεί ο φίλος Κύπριος ιστορικός συγγραφέας Σπύρος Παπαγεωργίου τους αποκαλούν «Δάσκαλε!». Ο χαρακτηρισμός αυτός υπογραμμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο του ορθόδοξου παπά στα χρόνια της σκλαβιάς, που δυστυχώς για την πολύπαθη ελληνική μεγαλόνησο, ξαναγύρισε και πάλι σε μεγάλο τμήμα του εδάφους της.

«Κρυφό Σχολειό» και λογοτεχνία

Γύρω από το θέμα του «Κρυφού Σχολειού» πρέπει να αναφερθή ότι ο ποιητής Ι. Πολέμης και ο λογοτέχνης Άλκης Κ. Τροπαιάτης έχουν γράψει λογοτεχνικά  έργα και ότι ο σημαντικώτατος Νεοέλληνας ζωγράφος  Νικόλαος Γύζης έχει αφιερώσει το έργο του «Το κρυφό σχολειό», όπου ένα μοναχός διδάσκει τα Ελληνόπουλα. Σχετικό είναι και το «Ο μοναχός και το παιδί» του ίδιου ζωγράφου, όπου ο μοναχός κρατά στο χέρι του ένα φλυτζάνι καφέ και εξηγεί κάτι στο παιδί με τ’ ανοιγμένο βιβλίο στο σπίτι όπου βρέθηκε. Στη Μονή Πεντέλης, εξ άλλου, υπάρχει αναπαράσταση του «Κρυφού Σχολειού» στο Μουσείο του Ορθοδόξου Κλήρου και της Ελληνικής Παιδείας των χρόνων της Τουρκοκρατίας.

Συμπεράσματα

Από όσα παραπάνω εκθέσαμε προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Τα κοινά σχολειά τα κρατούσαν ανεπίσημα μοναχοί είτε στα φανερά είτε στα κρυφά, όπου οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. Αυτά ήταν τα «Κρυφά Σχολειά» της περιόδου της δουλείας.
  2. Οι μοναχοί δεν ήταν μόνο δάσκαλοι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και ο σύνδεσμος των Κρυπτοχριστιανών με την Εκκλησία.
  3. Υπάρχουν πλούσια τοπική παράδοση και πολλές μαρτυρίες τοπωνυμικές και αρχαιολογικές για τα «Κρυφά Σχολειά».
  4. Η άρνηση του «Κρυφού Σχολειού» δεν βασίζεται σε τεκμήρια, αλλά σε εικασίες.
  5. Η Εκκλησία γενικά είχε στα χέρια της την παιδεία, και την επίσημη και την ανεπίσημη. Στα μοναστήρια βρήκε καταφύγιο ο Ελληνισμός στα χρόνια της σκλαβιάς.

 

ΠΗΓΗ: https://agiameteora-friends.net/index.php/afieromata/25-martiou/7085-