Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ, ΕΚΔ. ΠΟΛΙΣ

Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ, ΕΚΔ. ΠΟΛΙΣ

του Σατύρου Ζουμπουλάκη

Βιβλιοκρισία : Γρηγόρης Καραγιαννίδης

Είναι δύσκολο ένα τέτοιο βιβλίο να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής. Γιατί τι να κρίνει κανείς; Τις φιλοσοφικές και θεολογικές νύξεις του συγγραφέα; Μα ο συγγραφέας ιστορεί μια επώδυνη προσωπική εμπειρία και αποτελεί παραφωνία ως αναλγησία να ασχοληθεί κανείς, αποστασιοποιημένα, με το σχολιασμό και τη συζήτηση αυτών των νύξεων. Να σχολιάσει αντί αυτού το χαίνον προσωπικό τραύμα του συγγραφέα-αδερφού; Μα πώς να προσεγγίσει μια πληγή οδυνηρά ανεπούλωτη, χωρίς να διολισθήσει σε ένα γλυκερό συναισθηματισμό ή, ακόμα χειρότερα, σε έναν οίκτο που θα είναι όχι μόνο οχληρός αλλά κυρίως απορριπτέος ως ξένος προς τους σκοπούς του συγγραφέα;

Ο κρίνων επομένως πρέπει να ισορροπήσει και οφείλει, αποφεύγοντας το διττό αυτό κίνδυνο, να κατανοήσει; βιώσει; (ακόμα και η επιλογή του ρήματος είναι δύσκολη) την κατάθεση ψυχής (αυτό λέγεται χωρίς καμιά διάθεση υπερβολής) του συγγραφέα.

Με φόβο και τρόμο συνεπώς (για να θυμηθούμε και το Δανό στοχαστή) καταπιάνεται ο γράφων με την κρίση του  συγκεκριμένου πονήματος. Αδρά μπορεί να πει κανείς ότι η ροή της αφήγησης περικλείει δυο ιστορίες: η μια αφορά στην αδερφή του συγγραφέα και η άλλη στον ίδιο και σε μικρότερο βαθμό και στην υπόλοιπη οικογένεια. Οι ιστορίες αυτές τέμνονται και απομακρύνονται, επίδραση όμως φαίνεται να ασκεί μόνο η πρώτη πάνω στη δεύτερη και όχι αντίστροφα. (Τουλάχιστον αυτό αφήνει να υπονοηθεί ο συγγραφέας).

Η χρόνια και ιδιόμορφη αρρώστια της αδερφής σφραγίζει το συγγραφέα στην πιο ευαίσθητη ηλικία: την εφηβική. Η στενή αδερφική σχέση καθιστά αυτό το σφράγισμα εντονότερο. Αμέσως όλα αλλάζουν νόημα ή μάλλον όλα κοινωνούνται από το συγγραφέα σε ένα επίπεδο βαθύτερο και υπαρξιακότερο. Ο πόνος δεν γίνεται αντικείμενο ακαδημαϊκής ενασχόλησης αλλά το καθημερινό του εντρύφημα, η καθημερινή του αγωνία, η καθημερινή έμπονη δοκιμασία του. Δοκιμασία που δεν περιορίζεται μόνο στην ψυχική καταρράκωση αλλά καταλήγει και στην καθημερινή (αυτό και αν είναι) σωματική καταπόνησή του. Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στο ταμείο της ψυχής και της οικίας, «η κοινωνική ζωή [συνεχίζει να] έχει άλλες απαιτήσεις, [να] επιβάλλει άλλες κανονικότητες. Μιλάς, συμπεριφέρεσαι, ενεργείς σαν κανονικός άνθρωπος, εσύ όμως βρίσκεσαι αλλού… Καμιά φορά ο διχασμός αυτός είναι αφόρητος, νομίζεις ότι τρελαίνεσαι» (σελ.26).

Η αλλαγή όμως δεν αφορά μόνο στον αδερφό αλλά, όπως είναι φυσικό, και στο υπόλοιπο οικογενειακό περιβάλλον. Ο πόνος της μάνας που βιώνει ακόμα περισσότερο από τον αδερφό, αν μη τι άλλο τουλάχιστον από άποψη χρονικής διάρκειας, το δράμα της κόρης είναι απερίγραπτος. Το καθημερινό της ξενύχτι, η ανημποριά μπροστά στις κρίσεις, η συνεχής αβεβαιότητα  και, το κυριότερο, οι αναπάντητες προσευχές της βρίσκουν την κορυφαία τους έκφραση σε ένα μικρό, ιδιόχειρο, ανορθόγραφο σημείωμα, το συγκλονιστικότερο απόσπασμα του βιβλίου, ένα κείμενο που δικαίως ο συγγραφέας κρατά από χρόνια ως υπαρξιακή παρακαταθήκη.

Και φυσικά προβάλλει αδυσώπητο το «γιατί». Εδώ η οξύνοια του συγγραφέα, σμιλεμένη από το διηνεκές μαρτύριο, δίνει κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου, αποκαλύπτοντας ένα θρησκευτικό βίωμα μιας άλλης ποιότητας. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει καίρια ως τη μοναδική, πραγματική και τίμια αιτία αθεῒας τον ανθρώπινο πόνο, στάση που σέβεται βαθιά, καθώς κατανοεί την τραγικότητά της. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η αθεῒα μεγάλων αθέων έχει ακριβώς αυτή την αφετηρία. Και αποτελεί δείγμα ωριμότητας του συγγραφέα, καίτοι είναι ο ίδιος συνειδητός χριστιανός, η αναγνώριση ότι τέτοιοι άθεοι έχουν για το Θεό μια αντίληψη ανώτερη και ευγενέστερη από πολλούς συμβατικούς χριστιανούς, εφόσον ταυτίζουν το Θεό με το έλεος (σελ.31), άποψη που θυμίζει τις λαμπρότερες και ειλικρινέστερες σελίδες του επίσης χριστιανού Μωριάκ. Θα ήταν όμως άδικο να θεωρήσουμε τη διαπίστωση αυτής της «πικρίας» (με τη σημασία που έχει η λέξη σε έναν Ιωάννη της Κλίμακος) πολλών αυτάρκων «χριστιανών» όσο αφορά στον πόνο απλά σαν κατηγορητήριο και όχι σαν βαθιά κραυγή οδύνης. Είναι οξυδερκέστατη η παρατήρηση του συγγραφέα ότι το πραγματικό πρόβλημα κάθε μονοθεϊστικής θρησκείας είναι ο ανθρώπινος πόνος (σελ. 41).Το μόνο που φωτίζει και δίνει κάποια παρηγοριά, χωρίς φυσικά να απαντά στο «γιατί» είναι η Σταύρωση (σελ. 37), το σήκωμα από τον ίδιο το Θεό αυτού του φορτίου.

Ο συγγραφέας όμως δεν ομφαλοσκοπεί. Βιώνοντας τον προσωπικό του και, μέσου αυτού, σε κάποιο βαθμό, τον πανανθρώπινο πόνο και έχοντας το πάσχοντα Χριστό ως αναφορά (επ)ανακαλύπτει την πεμπτουσία του ευαγγελικού μηνύματος που δεν είναι άλλη από την αγάπη. Η συνειδητοποίηση αυτή, που δεν εδράζεται στην ανάγνωση και στην απομνημόνευση κάποιων βιβλικών χωρίων αλλά είναι το καταστάλαγμα της μέχρι τώρα ζωής του, καθιστά επιτακτική την έμπρακτη εφαρμογή της. Η «εμμονή» αυτή που ουκ ολίγες φορές είχε ξενίσει το γράφοντα κατά την ανάγνωση άλλων κειμένων του συγγραφέα και η συνακόλουθη απέχθεια του τελευταίου «[στην τάση] των θεολόγων να γνωρίζουν τη ζωή των προσώπων της Αγίας Τριάδας, όπως γνωρίζω εγώ τη δεξιά μου τσέπη» βρίσκουν επιτέλους την εξήγησή τους.

Το βιβλίο του κ. Ζουμπουλάκη ψαύει τα μέγιστα και τα τίμια. Ο γράφων, που ελπίζει ότι μπόρεσε να ισορροπήσει και να μην υποκύψει στους δυο πειρασμούς που αναφέρθηκαν στην αρχή, κλείνοντας αυτό το σύντομο σημείωμα δεν μπορεί παρά να πει ότι ο κ. Ζουμπουλάκης με την ειλικρινή του κατάθεση, μεστή εμπειριών και εν τέλει προσωπικών ανακαλύψεων, επιβεβαιώνει την αλήθεια της γνωστής ρήσης ότι «η σκέψη βαθαίνει το βίωμα και το βίωμα βαθαίνει τη σκέψη».

*Ιατρός ρευματολόγος

πηγή: Aντίφωνο, δημοσιεύτηκε στη «Σύναξη», τ. 125, σσ 98-99, Εγράφη στις 5/12/12

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

O Σταύρος Ζουμπουλάκης γεννήθηκε το 1953 στη Συκιά Λακωνίας. Σπούδασε νομική και φιλολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στο Παρίσι. Δίδαξε πολλά χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Από το 1998 ως το 2012 διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία». Είναι πρόεδρος, από το 2008, του Δ.Σ. του βιβλικού ιδρύματος «Άρτος Ζωής». Το 2013 ανέλαβε τη θέση του προέδρου του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το 2015 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Βιβλιόφιλος